ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIΙ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIΙ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΣΥΜΒΑΣΗ
Στην [τόπος, ημερομηνία] μεταξύ των παρακάτω συμβαλλομένων:
1. Αφενός του Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, με έδρα την…….., οδός ……….., Τ.Κ. ….., και με ΑΦΜ
…………… της Δ.Ο.Υ. ……………………, που εκπροσωπείται από τον νόμιμο εκπρόσωπό του, κ. ,
αποκαλούμενο στο εξής «Εργοδότης», αποκαλούμενο στο εξής «Εργοδότης», και
2. αφετέρου του / της [επωνυμία], η οποία εδρεύει [διεύθυνση, πόλη ΤΚ], με ΑΦΜ ….. - Δ.Ο.Υ. …,νομίμως εκπροσωπούμενης από τον κ. [ονοματεπώνυμο, ιδιότητα], καλούμενης στο εξής Ανάδοχος
ΣΥΜΦΩΝΗΘΗΚΑΝ
οι παρακάτω Ειδικοί και Γενικοί όροι και τα εξής Παραρτήματα:
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Τεύχος Διαγωνισμού
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Προσφορά του Αναδόχου (Αριθ. [συμπληρώστε] από [συμπληρώστε]) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III Παραδοτέα (βάσει προσφοράς Αναδόχου),
τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας σύμβασης έργου (στο εξής καλουμένης ως «η Σύμβαση»).
Τα κριτήρια που έχουν τεθεί στους Ειδικούς Όρους υπερισχύουν έναντι εκείνων που έχουν τεθεί σε άλλα σημεία της Σύμβασης. Τα κριτήρια που έχουν τεθεί στους Γενικούς Όρους υπερισχύουν έναντι εκείνων που έχουν τεθεί στα Παραρτήματα. Τα κριτήρια που έχουν τεθεί στο Τεύχος Διαγωνισμού (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι) υπερισχύουν έναντι των διατάξεων της Προσφοράς (Παράρτημα ΙΙ).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα διάφορα έγγραφα που αποτελούν τμήμα της Σύμβασης πρέπει να λαμβάνονται ως αμοιβαίως επεξηγηματικά. Οι ενδεχόμενες ασάφειες ή αντιφάσεις εντός αυτού του πλαισίου ή μεταξύ των τμημάτων του πρέπει να επεξηγηθούν ή να διορθωθούν μέσω γραπτών οδηγιών που θα εκδώσει η Αναθέτουσα Αρχή, σε περίπτωση που ο Ανάδοχος αμφισβητήσει τις εν λόγω οδηγίες βάσει των δικαιωμάτων του που ορίζονται στο Άρθρο Ι.7.
I – ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
ΑΡΘΡΟ I.1 - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
I.1.1. Το αντικείμενο της σύμβασης είναι η ……………………………..
I.1.2. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ οφείλει να εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί σύμφωνα με το Τεύχος Διαγωνισμού το οποίο επισυνάπτεται στην Σύμβαση (Παράρτημα I).
ΑΡΘΡΟ I.2 – ΔΙΑΡΚΕΙΑ
I.2.1. Η Σύμβαση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία υπογραφής της από το τελευταίο συμβαλλόμενο μέρος και θα διαρκέσει μέχρι τις --/--/201-, ή μέχρι την ολοκλήρωση της Πράξης.
I.2.2. Η υλοποίηση των πακέτων εργασίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αρχίσει πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ.
I.2.3. Για όλες τις περιόδους που καθορίζονται στην Σύμβαση, οι μήνες υπολογίζονται σε ημερολογιακούς μήνες και οι ημέρες υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες. Η υλοποίηση των πακέτων εργασίας αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της Σύμβασης. Η περίοδος υλοποίησης των πακέτων εργασίας
μπορεί να παραταθεί μόνο με την ρητή έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών πριν από την εκπνοή αυτής της περιόδου.
Η Αναθέτουσα Αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να αντιδράσει σε οποιοδήποτε αίτημα για παράταση της διάρκειας των πακέτων εργασίας που θα λάβει σε λιγότερο από δύο μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου υλοποίησης ή σε λιγότερο από το ένα τρίτο της περιόδου υλοποίησης που απομένει να εκτελεστεί και σε οποιοδήποτε μικρότερο διάστημα.
ΑΡΘΡΟ I.3 – ΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ για την υπογραφή της σύμβασης κατέθεσε την υπ’ αριθμ. ……….………. εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της …………… Τράπεζας, ποσού ευρώ.
ΑΡΘΡΟ I.4 – ΑΞΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
I.4.1. Το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί από την Αναθέτουσα Αρχή στο πλαίσιο της Σύμβασης ανέρχεται σε [ποσό αριθμητικά και ολογράφως] ευρώ και καλύπτει όλα τα εκτελεσθέντα πακέτα εργασίας.
I.4.2. Όλα τα ποσά που αναγράφονται στο πλαίσιο της Σύμβασης δεν περιλαμβάνουν Φ.Π.Α.
ΑΡΘΡΟ I.5 – ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ
Η πληρωμή του έργου θα γίνει κατόπιν της ορθής ολοκλήρωσης των προβλεπόμενων φάσεων και παραδοτέων αυτού από τον ▇▇▇▇▇▇▇, όπως παρακάτω:
⮚ Ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του συμβατικού τιμήματος, όταν ολοκληρωθούν και παραληφθούν οριστικά από την Αναθέτουσα Αρχή, σύμφωνα με τα οικεία προβλεπόμενα στη σύμβαση με τον ▇▇▇▇▇▇▇, τα παραδοτέα των Φάσεων 1 και 2.
⮚ Ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του συμβατικού τιμήματος, όταν ολοκληρωθούν και παραληφθούν οριστικά από την Αναθέτουσα Αρχή, σύμφωνα με τα οικεία προβλεπόμενα στη σύμβαση με τον ▇▇▇▇▇▇▇, τα παραδοτέα των Φάσεων 3 και 4.
⮚ Ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του συμβατικού τιμήματος με την ολοκλήρωση του έργου, ήτοι όταν παραδοθούν και παραληφθούν οριστικά από την Αναθέτουσα Αρχή σύμφωνα με τα οικεία προβλεπόμενα στη σύμβαση με τον ▇▇▇▇▇▇▇, τα παραδοτέα των Φάσεων 5 και 6.΄
Η πληρωμή της αξίας του υπό ανάθεση Έργου θα γίνεται με την προσκόμιση των νομίμων παραστατικών και δικαιολογητικών που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις καθώς και κάθε άλλου δικαιολογητικού που τυχόν ήθελε ζητηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες που διενεργούν τον έλεγχο και την πληρωμή.
Τα τιμολόγια πρέπει να εκδοθούν από τον ▇▇▇▇▇▇▇ και να περιέχουν τις ακόλουθες ελάχιστες απαιτούμενες πληροφορίες:
- το όνομα και τη διεύθυνση του ▇▇▇▇▇▇▇▇·
- την ημερομηνία και τον αριθμό τιμολογίου·
- τους αριθμούς της Σύμβασης (που αναφέρονται στην πρώτη σελίδα της Σύμβασης)·
- το είδος του τιμολογίου (πρώτο ενδιάμεσο ή δεύτερο ενδιάμεσο ή τελική πληρωμή)·
- την τιμή πριν και μετά από τυχόν φόρους·
- το ποσοστό και το ποσό του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)·
- τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ).
Τα τιμολόγια που διαβιβάζονται πριν από την έγκριση του σχετικού παραδοτέου θα ανασταλούν μετά την έγκριση του παραδοτέου.
ΑΡΘΡΟ I.6 – ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Κάθε επικοινωνία σχετικά με τη σύμβαση πρέπει να γίνεται εγγράφως και να αναφέρει τον αριθμό της Σύμβασης. Η συνήθης αλληλογραφία θεωρείται ότι έχει παραληφθεί από την Αναθέτουσα Αρχή την
ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε από την κατωτέρω αναφερόμενη αρμόδια υπηρεσία. Γνωστοποιήσεις πρέπει να αποστέλλονται στις ακόλουθες διευθύνσεις:
Κάθε επικοινωνία σχετικά με τη σύμβαση πρέπει να γίνεται εγγράφως και να αναφέρει τον αριθμό της Σύμβασης. Η συνήθης αλληλογραφία θεωρείται ότι έχει παραληφθεί από την Αναθέτουσα Αρχή την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε από την κατωτέρω αναφερόμενη αρμόδια υπηρεσία. Γνωστοποιήσεις πρέπει να αποστέλλονται στις ακόλουθες διευθύνσεις:
ΑΡΘΡΟ I.7 – ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
I.7.1. Η Σύμβαση διέπεται από το ισχύον νομικό πλαίσιο ως καθορίζεται από τις διατάξεις των Παρακάτω:
I.7.2. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών απορρέουσα από την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης, η οποία δεν είναι δυνατόν να ρυθμιστεί με φιλικό τρόπο εκδικάζεται από τα ελληνικά δικαστήρια.
Ι.7.3. Σε περίπτωση που προκύψει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών απορρέουσα από την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης και η διαφορά δεν επιλυθεί μέσω διαπραγματεύσεων, τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν να παραπέμψουν τη διαφορά στη διαμεσολάβηση.
Εάν οποιοδήποτε μέρος από τους αντισυμβαλλομένους ειδοποιήσει εγγράφως το άλλο μέρος για την επιθυμία του να ξεκινήσει διαμεσολάβηση, και η άλλη πλευρά συμφωνεί γραπτώς, τα μέρη ορίζουν από κοινού ένα αμοιβαία αποδεκτό μεσολαβητή εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία της εν λόγω γραπτής συμφωνίας. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με το διορισμό ενός διαμεσολαβητή εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει [δικαστήριο, οργάνωση ή πρόσωπο που συμφωνείται από τα μέρη κατά την υπογραφή της Σύμβασης], για το διορισμό ενός διαμεσολαβητή.
Η έγγραφη πρόταση του διαμεσολαβητή ή το γραπτό του συμπέρασμα στο οποίο δηλώνεται ότι καμία πρόταση δεν μπορεί να υλοποιηθεί, θα πρέπει να προσκομίζεται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της έγγραφης συμφωνίας και του δευτέρου μέρους, ώστε να αρχίσει η διαμεσολάβηση. Η πρόταση ή το συμπέρασμα του διαμεσολαβητή δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα μεταξύ των μερών, τα οποία διατηρούν το δικαίωμα να φέρουν τη διαφορά ενώπιον των δικαστηρίων.
Εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας πρότασης από τον μεσολαβητή, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συνάψουν γραπτή συμφωνία, δεόντως υπογεγραμμένη από όλα τα μέρη, με βάση την πρόταση.
Επιπλέον, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να μοιράζονται εξίσου το κόστος διαμεσολάβησης από τον μεσολαβητή, το οποίο δεν θα περιλαμβάνει οποιαδήποτε άλλα έξοδα που προκύπτουν από το ένα μέρος σε σχέση με τη διαμεσολάβηση.
ΑΡΘΡΟ I.8 – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στην Σύμβαση θα πρέπει να υπόκεινται στην εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα Εθνικά και Κοινοτικά όργανα και τους φορείς και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των οργάνων αυτών. Αυτού του είδους τα δεδομένα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για τους σκοπούς της εκτέλεσης, διαχείρισης και παρακολούθησης της Σύμβασης από την Αναθέτουσα Αρχή, που ενεργεί ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων με επιφύλαξη της πιθανής διαβίβασής τους σε οργανισμούς επιφορτισμένους με καθήκοντα παρακολούθησης ή επιθεώρησης κατά την εφαρμογή του εθνικού και κοινοτικού δικαίου.
ΑΡΘΡΟ I.9 – ΛΟΙΠΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
I.9.1 Κυρώσεις για τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων
Σε περίπτωση που ο Ανάδοχος αποτύχει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με τα αναμενόμενα υψηλότερα επαγγελματικά πρότυπα επιδόσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση, τότε η Αναθέτουσα Αρχή μπορεί ανεπιφύλακτα να αποφασίσει να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις, που αντιπροσωπεύουν έως και το 10% της αξίας που καθορίζεται στο άρθρο Ι.3.1 της Σύμβασης. Ο Ανάδοχος μπορεί να υποβάλει επιχειρήματα εναντίον αυτής της απόφασης εντός τριάντα ημερών από την ειδοποίησή του μέσω
συστημένης επιστολής συνοδευόμενης από αποδεικτικό παραλαβής ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου. Σε περίπτωση που δεν υπάρξει αντίδραση από πλευράς του ή γραπτή απόσυρση από μέρους της Αναθέτουσας Αρχής μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την παραλαβή αυτών των επιχειρημάτων, η απόφαση επιβολής οικονομικών κυρώσεων καθίσταται εκτελεστέα.
I.9.2 Λύση / καταγγελία από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται αυτοβούλως και χωρίς να απαιτείται να καταβάλλει αποζημίωση να τερματίσει τη Σύμβαση επιδίδοντας 30 ημέρες επίσημη προειδοποίηση. Σε περίπτωση που η Αναθέτουσα Αρχή καταγγείλει τη Σύμβαση, ο Ανάδοχος δικαιούται μόνο την πληρωμή που αντιστοιχεί στο πλαίσιο εκτέλεσης της Σύμβασης. Με την παραλαβή της επιστολής καταγγελίας της Σύμβασης, ο Ανάδοχος λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να ελαχιστοποιήσει το κόστος, να προλάβει τις ζημίες και να ακυρώσει ή να μειώσει τις δεσμεύσεις του. Καταρτίζει τα απαιτούμενα έγγραφα που απαιτούνται από τους Ειδικούς Όρους για τα πακέτα εργασίας που υλοποιήθηκαν μέχρι την ημερομηνία λήξεως της Σύμβασης σε προθεσμία που δεν θα υπερβαίνει της εξήντα ημέρες από την ημερομηνία αυτή.
II – ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
ΑΡΘΡΟ II.1 – ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
II.1.1. Ο Ανάδοχος υποχρεούται να εκτελέσει τη σύμβαση με τα υψηλότερα επαγγελματικά πρότυπα. Ο ανάδοχος έχει την αποκλειστική ευθύνη για τη συμμόρφωση με τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν, ιδίως εκείνες που προκύπτουν από την απασχόληση, τις φορολογικές και κοινωνικές νομοθεσίες.
II.1.2. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ έχει την αποκλειστική ευθύνη για την λήψη των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια και απαιτούμενη έγκριση που απαιτείται για την εκτέλεση της Σύμβασης σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς που ισχύουν στον τόπο που πρέπει να εκτελεσθούν τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί.
II.1.3. Με την επιφύλαξη του ▇▇▇▇▇▇ ▇▇.3 οποιαδήποτε αναφορά στην Σύμβαση σχετικά με το προσωπικό του ▇▇▇▇▇▇▇▇ πρέπει να αφορά αποκλειστικά και μόνο τους εργαζόμενους που συμμετέχουν στην εκτέλεση της Σύμβασης.
II.1.4. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ πρέπει να εξασφαλίζει ότι το προσωπικό που εκτελεί τη Σύμβαση διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα και την ανάλογη εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.
II.1.5. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ έχει την αποκλειστική ευθύνη για το προσωπικό που εμπλέκεται στην υλοποίηση των πακέτων εργασίας που του έχουν ανατεθεί. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ θα πρέπει να καθορίσει τις ακόλουθες σχέσεις εργασίας ή παροχής υπηρεσιών με το προσωπικό του:
• το προσωπικό που υλοποιεί τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στον Ανάδοχο δεν μπορεί να δέχεται εντολές απευθείας από την Αναθέτουσα Αρχή·
• η Αναθέτουσα Αρχή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρείται ως εργοδότης του προσωπικού αυτού και το εν λόγω προσωπικό αναλαμβάνει τη δέσμευση να μην επικαλείται έναντι της Αναθέτουσας Αρχής κανένα δικαίωμα που απορρέει από τη συμβατική σχέση μεταξύ της Αναθέτουσας Αρχής και του Αναδόχου.
II.1.6. Στην περίπτωση διαταραχής που προκύπτει από την δράση ενός μέλους του προσωπικού του Αναδόχου ή στην περίπτωση που τα προσόντα ενός μέλους του προσωπικού του Αναδόχου δεν ανταποκρίνονται στα απαιτούμενα από την Σύμβαση, ο Ανάδοχος πρέπει να τον αντικαθιστά αμέσως. Η Αναθέτουσα Αρχή έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αντικατάσταση οποιουδήποτε τέτοιου υπαλλήλου, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους προβαίνει σε κάτι τέτοιο. Αναπληρωματικό προσωπικό πρέπει να έχει τα απαραίτητα προσόντα και να είναι ικανό να εκτελέσει τη Σύμβαση με τους ίδιους συμβατικούς όρους. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ θα είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε καθυστέρηση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατίθενται, τα οποία προκύπτουν από την αντικατάσταση του προσωπικού σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
II.1.7. Σε περίπτωση που κάποιο απρόβλεπτο γεγονός, ενέργεια ή παράλειψη, άμεσα ή έμμεσα, παρεμποδίζει την υλοποίηση των πακέτων εργασίας, εν μέρει ή εξολοκλήρου, ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει αμέσως και με δική του πρωτοβουλία να το καταγράψει και να υποβάλει αναφορά στην Αναθέτουσα Αρχή Η αναφορά πρέπει να περιλαμβάνει μια περιγραφή του προβλήματος και μια ένδειξη της ημερομηνίας κατά την οποία άρχισε και τις διορθωτικές δράσεις που έλαβε ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ για να εξασφαλίσει την πλήρη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη Σύμβαση. Σε μια τέτοια περίπτωση ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ πρέπει να δίδει προτεραιότητα στην επίλυση του προβλήματος και όχι στον καθορισμό των ευθυνών.
ΆΡΘΡΟ II.2 – ΕΥΘΥΝΗ
II.2.1. Η Αναθέτουσα Αρχή δεν φέρει ευθύνες για τις ζημίες που υφίσταται ο Ανάδοχος κατά την εκτέλεση της Σύμβασης, εκτός από την περίπτωση υπαιτιότητας ή βαρείας αμέλειας εκ μέρους της Αναθέτουσας Αρχής.
II.2.2. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ θα ευθύνεται για οποιαδήποτε απώλεια ή ζημία που προκλήθηκε από τον ίδιο κατά την εκτέλεση της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων και των επιμέρους συμβάσεων που προβλέπονται στο Άρθρο II.13. Η Επιτροπή δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του Αναδόχου κατά την εκτέλεση της σύμβασης.
II.2.3. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ υποχρεούται να παρέχει αποζημίωση σε περίπτωση οποιασδήποτε αγωγής, αξίωσης ή προσφυγής από τρίτους κατά της Αναθέτουσας Αρχής ως αποτέλεσμα των ζημιών που προκλήθηκαν από τον Ανάδοχο κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της Σύμβασης.
II.2.4. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ θα λάβει μέτρα για να αποφευχθούν κίνδυνοι και ζημίες σχετικά με την εκτέλεση της Σύμβασης όπου απαιτείται σύμφωνα με τη σχετική ισχύουσα νομοθεσία.
ΑΡΘΡΟ II.3 – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
II.3.1. Τα αποτελέσματα και τα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου της ιδιοκτησίας και άλλων πνευματικών και βιομηχανικών δικαιωμάτων, που παράγονται κατά την διάρκεια υλοποίησης της σύμβασης ανήκουν στην Αναθέτουσα Αρχή, η οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει, δημοσιεύσει, αναθέσει ή μεταφέρει κατά το δοκούν, χωρίς κανένα περιορισμό, εκτός και αν υφίστανται βιομηχανικά ή πνευματικά δικαιώματα πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.
ΑΡΘΡΟ ΙΙ.4 – ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ
II.4.1. Ο ανάδοχος αναλαμβάνει να πράττει με την μέγιστη εμπιστευτικότητα και να μην διαθέτει σε τρίτους οποιαδήποτε πληροφορία ή έγγραφο που σχετίζεται με την εκτέλεση της παρούσας. Η υποχρέωση αυτή είναι δεσμευτική μέχρι την οριστική παράδοση και παραλαβή των υπηρεσιών του έργου.
II.4.2. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ αναλαμβάνει για λογαριασμό του προσωπικού και των συνεργατών του να πράττουν με εμπιστευτικό τρόπο, για κάθε πληροφορία ή έγγραφο που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την παρούσα και δεν θα κοινοποιούν σε τρίτους καμία πληροφορία ή έγγραφο που δεν έχει δημοσιευτεί.
ΑΡΘΡΟ ΙΙ.5 – ΧΡΗΣΗ, ΔΙΑΝΟΜΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΙΙ.5.1. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ εξουσιοδοτεί την Αναθέτουσα Αρχή να επεξεργάζεται, διανέμει και δημοσιοποιεί για οποιοδήποτε σκοπό και με οποιοδήποτε μέσο, στοιχεία ή πληροφορίες που περιέχονται ή αφορούν την σύμβαση και ειδικότερα την ταυτότητα του Αναδόχου, το αντικείμενο της σύμβασης, την διάρκεια, το ποσό της σύμβασης και τις σχετικές αναφορές.
Όπου οι πληροφορίες αυτές αφορούν προσωπικά δεδομένα θα εφαρμόζονται οι προβλέψεις του άρθρου ΙΙ.3.1
ΙΙ.5.2. Οποιαδήποτε διανομή ή δημοσίευση πληροφοριών σχετικών με την σύμβαση από τον ▇▇▇▇▇▇▇ θα γίνεται κατόπιν έγγραφης εξουσιοδότησης από την Αναθέτουσα Αρχή.
ΙΙ.5.3. Η χρήση πληροφοριών που αποκτώνται από τον Ανάδοχο κατά την διάρκεια υλοποίησης της παρούσας για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση των υπηρεσιών του, απαγορεύεται ρητά εκτός αν υπάρχει προηγούμενη έγγραφη εξουσιοδότηση.
ΑΡΘΡΟ ΙΙ.6 – ΑΝΩΤΕΡΑ ΒΙΑ
II.6.1. Ανωτέρα βία ορίζεται ως οποιαδήποτε απρόβλεπτη ή έκτακτη κατάσταση ή γεγονός πέρα από τον έλεγχο των συμβαλλόμενων μερών, η οποία εμποδίζει έναν από τους δύο, από την εκτέλεση των υποχρεώσεων του και το οποίο δεν οφείλεται σε λάθος ή παράλειψη από πλευράς του ή από την πλευρά υπεργολάβου και το οποίο δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί με την δέουσα επιμέλεια. Αστοχίες υλικού ή καθυστερήσεις στην παράδοση του, εργασιακές διαφορές, απεργίες ή οικονομικά προβλήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ανωτέρα βία εκτός και αν έχουν προκληθεί από μια κατάσταση ανωτέρας βίας.
II.6.2. Σε περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη βρεθεί σε κατάσταση ανωτέρας βίας, χωρίς καθυστέρηση πρέπει να ενημερώσει εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής το άλλο μέρος, δηλώνοντας την αιτία, την πιθανή διάρκεια και τις προβλεπόμενες επιπτώσεις.
II.6.3. Οι συμβαλλόμενοι σε περίπτωση ανωτέρας βίας θα λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μειώσουν τις ζημιές στο ελάχιστο.
ΑΡΘΡΟ ΙΙ.7 – ΥΠΕΡΓΟΛΑΒΟΙ
II.7.1. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ δεν μπορεί να χρησιμοποιεί υπεργολάβους χωρίς προηγούμενη γραπτή έγκριση της Αναθέτουσας Αρχής και δεν μπορεί να αναθέσει την υλοποίηση της σύμβασης σε τρίτους.
II.7.2. Ακόμα και σε περίπτωση που η Αναθέτουσα Αρχή έχει εξουσιοδοτήσει γραπτώς τον ▇▇▇▇▇▇▇ να χρησιμοποιήσει υπεργολάβους ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ παραμένει ο κύριος και αποκλειστικός υπεύθυνος απέναντι στην Αναθέτουσα Αρχή για την εκτέλεση των όρων της σύμβασης.
ΑΡΘΡΟ ΙΙ.8 – ΕΛΕΓΧΟΙ
ΙΙ.8.1. Ο ▇▇▇▇▇▇▇▇ υποχρεούται να παρέχει θετική συνεργασία και να δέχεται ελέγχους στα πλαίσια του έργου.
ΙΙΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΙΙΙ.1 Καμιά τροποποίηση, προσθήκη, διαγραφή, ακύρωση ή άλλη μεταβολή όρου ή διατάξεως της παρούσας σύμβασης δεν θα είναι ισχυρή, εκτός εάν έχει διατυπωθεί εγγράφως, έχει γίνει κοινά αποδεκτή και φέρει τις υπογραφές εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων των συμβαλλομένων.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΑ ΑΡΧΗ | ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΔΟΧΟ |
